Το ασύρματο πνεύμα

17 Μαρτίου, 2025

Επινοήσαμε τις αφηγήσεις επιστημονικής φαντασίας για να μπορούμε να απολαμβάνουμε τη σαγηνευτική επίδραση αυτού του τεχνάσματος: οι ιστορίες περιέγραφαν κόσμους που βρίσκονταν εξ ορισμού μπροστά απ’ την εποχή μας, καθώς η τελευταία λέξη της εκάστοτε τεχνολογίας, ως ήδη ειπωμένη, ανήκε πάντοτε στο παρελθόν. Οι περιγραφές που αφορούσαν στα επόμενα ή τα μεθεπόμενα βήματα που θα κάναμε στον δρόμο της υλικής προόδου, παρουσίαζαν τη μηχανοκρατία ως συνώνυμη της αναζήτησης ενός τρόπου να πραγματοποιηθεί έστω μία από τις τόσες θρυλούμενες ουτοπίες, αρκεί να στοχεύαμε, πρακτικά μιλώντας, στην πιο εφικτή απ’ αυτές. 

Ωστόσο, βυθισμένοι στην κυριολεκτική διάσταση της ονειροπόλησης, πιστέψαμε ότι το τέλος του κόσμου θα καθυστερούσε, μια και το ανεξάντλητο πλήθος των οραμάτων μας μας μεθούσε με την ιδέα ότι διαρκώς θα υπήρχε κάτι να περιμένουμε. Αυτό το κάτι μετέφερε την υπόσχεση πως η πτώση απ’ τον Παράδεισο θα μπορούσε κάποτε να ακυρωθεί με την είσοδο στην τεχνολογική Εδέμ υπό τη μορφή μιας ζωής δίχως προβλήματα, συνεπώς εναρμονισμένης με την ελπίδα ότι η ευθύνη της επίλυσης αυτών των προβλημάτων, από εκείνο το σημείο και έπειτα, θα μεταβιβαζόταν στα κάθε λογής θαυμαστά μηχανήματα. Υπνωτισμένοι απ’ τη γοητεία της φαντασίωσης εκείνης της μακάριας εποχής, αδυνατούσαμε να αντιληφθούμε ότι είχαμε φτάσει προ πολλού στο βαθμό μηδέν της πρακτικής δυσκολίας. Ο διακτινισμός ήταν γεγονός, από τη στιγμή που μπορούσες να κοιμηθείς στο Λονδίνο και να ξυπνήσεις στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Νιούαρκ, ενώ η επαφή με τους εξωγήινους είχε ήδη επισυμβεί, εφόσον είχαμε φροντίσει να τους στείλουμε τόσα μηνύματα ώστε να μην εκπλήσσει ότι από στιγμή σε στιγμή θα έφτανε η απάντηση. 

Το παράδοξο της εκπληρωμένης επανάστασης δίχως ικανοποιημένους επαναστάτες θα είχε αφήσει τους επαναστάτες άναυδους, αν δεν ήταν απασχολημένοι με τα κινητά τους. Όλα είχαν γίνει βάσει σχεδίου, αν εξαιρέσουμε το σκέλος εκείνο της ουτοπίας που ήθελε την απομάκρυνση των καθημερινών διεκπεραιωτικών εμποδίων να συνοδεύεται από τους ανάλογους πανηγυρισμούς και την αναμενόμενη ευφορία. Εν ολίγοις, εκείνο το κάτι μας είχε επισκεφθεί ως κάτι που έλειπε.

Αυτό το τελευταίο ήταν ό,τι συνήθως μεσολαβεί για την κατάκτηση ενός στόχου ή τη σύλληψη μιας ιδέας, δηλαδή η συμμετοχή μας στο γίγνεσθαι της διαδικασίας. Η επέλαση της νέας εποχής, απελευθέρωσε κύματα συσσώρευσης μαγικών αντικειμένων που έφεραν κρυφούς μηχανισμούς, με την προέλευση, την εσωτερική δομή και τη λειτουργία τους να είναι εκ των πραγμάτων απρόσιτες στον μη ειδικό. Εκείνος έπρεπε απ’ την πλευρά του να αποδεχτεί και να συνηθίσει τη νέα του ταυτότητα: στο εξής θα ήμασταν, είτε το θέλαμε, είτε όχι, ενθουσιώδεις χρήστες, συγκατανεύοντας στην αποχώρηση από το παιχνίδι της μηχανολογικής αφήγησης που είχε μετατραπεί σε υπόθεση για πολύ δυνατούς λύτες. Παραμένοντας αποκλεισμένοι από τη σκηνή των εργαστηριακών εξελίξεων, ήταν ανώφελο να σκεφτόμαστε πια το μέλλον μας με όρους τεχνολογικού θριάμβου και, αφού δεν ξέραμε με τι άλλους όρους να το σκεφτούμε, παύσαμε να το σκεφτόμαστε εντελώς. Το μόνο που μας έμενε ως ύστατη απασχόληση ήταν να περιμένουμε αγωνιωδώς την αμέσως επόμενη εκατομμυριοστή ανακοίνωση για την προώθηση μιας οιασδήποτε συσκευής επόμενης γενιάς, καθηλωμένοι στις οθόνες όπου παρέλαυναν με καταθλιπτική ταχύτητα οι τελευταίες υποτίθεται άκρως αναζωογονητικές high-tech καινοτομίες. Εκτός απ’ το ότι όλα είχαν ειπωθεί, όλα είχαν, εξίσου, κατασκευαστεί.

Φυσικά, η αποσύνδεση τεχνογνωσίας και χρήσης δεν έπαιζε παρά τον ρόλο μιας μεταφοράς που σχετιζόταν με τη μεταβολή η οποία είχε λάβει χώρα στο επίπεδο όπου ένα τμήμα των ψυχικών μας αντιστάσεων συνέχιζε να επιβιώνει μη έχοντας προλάβει να υποκύψει στη γενική ψηφιοποίηση. Κατά βάθος διαισθανόμασταν πως κάθε νέο τεχνούργημα που διευκόλυνε φαινομενικά την επίτευξη διαφόρων πρακτικών διεκπεραιώσεων αποτελούσε το αίτιο ενός συναισθηματικού κόστους το οποίο χρεωνόμαστε κάθε φορά που πρόκειται να αφεθούμε στο έλεος των ευεργετημάτων μιας συσκευής με ενσωματωμένο μικροεπεξεργαστή. Για παράδειγμα, η εμφάνιση της φορητής ηλεκτρονικής ατζέντας, συνέδραμε στην καταχώρηση επαφών και σημειώσεων τις οποίες θα μπορούσες πλέον να έχεις πάντα μαζί σου, αρκεί να αντιμετώπιζες το άγχος του κινδύνου να χαθούν όλα τα δεδομένα ανά πάσα στιγμή και μεμιάς, άπαξ το gadget βραχυκύκλωνε.

Η τεχνολογία μάς είχε απογοητεύσει και, το χειρότερο, αρνούμασταν κατηγορηματικά να το δεχτούμε. Συνεχίσαμε να προμηθευόμαστε, να χειριζόμαστε και να ανακυκλώνουμε μαζικά τα νέα ηλεκτρονικά προϊόντα, μέχρι που προσκρούσαμε στην αντίφαση ανάμεσα στην υποτιθέμενη ευχρηστία τους και τη δυσκολία να τα χρησιμοποιείς. Τελικά, αδιαφορούσαμε πλήρως για το θαύμα της Silicon Valley, εφόσον αυτό δεν ανακούφιζε στον ελάχιστο βαθμό τα πάθη της σύγχρονης καθημερινότητας. Η ματαίωση της επιστημονικής ουτοπίας διά της απόλυτης υλοποίησής της ήταν ένα βάρος που έπρεπε να αποβάλουμε πάση θυσία και, βέβαια, χωρίς να θυσιάσουμε το παραμικρό από τα επιστημονικά κεκτημένα. Ως εκ τούτου, δεν αργήσαμε να οδηγηθούμε σε μια επιτακτική αλλαγή: έπρεπε να αποσυνδέσουμε την ευχρηστία από την εποπτεία του συναισθήματος ή, αλλιώς, να καταργήσουμε τους αγωγούς που συνέδεαν μέχρι πρότινος το πνεύμα με την ύλη. 

Με έναν μετωνυμικό υπερθεματισμό επάνω στην εκπληκτική πρόοδο που σημειώναμε στον τομέα των «έξυπνων συσκευών», μεταθέσαμε κάθε είδος συναισθηματικής ευφυΐας, που προοριζόταν για την συνειδητοποίηση της σημασίας των λαθών και των ατυχημάτων της ανθρωπότητας, στις μηχανές. Από εδώ κι εμπρός εκείνες θα υπέφεραν αντί για εμάς, ικανοποιώντας αυτομάτως τις όποιες επιθυμίες, μ’ ένα διπλό κλικ των βλεφάρων μας. Ανίκανοι να καταλάβουμε ότι η συντόμευση μεταξύ μιας ανάγκης και της ικανοποίησής της θα έπρεπε να αποδοθεί στη διαγραφή του νοήμονος υποκειμένου από το πεδίο του interface και όχι στην ηλεκτρονική παντοδυναμία, αφεθήκαμε δίχως αντιρρήσεις στη χρήση με μηδενικές συναισθηματικές απώλειες.

Σήμερα, έχοντας διασχίσει αρχικά την περίοδο της δυσκολίας της ευχρηστίας, και ύστερα εκείνη της αποβολής της συγκεκριμένης δυσκολίας κατ’ αναλογία της αφαίρεσης της καφεΐνης απ’ τον καφέ, περάσαμε στο τρίτο στάδιο της τεχνολογικής εξέλιξης: για λόγους marketing, η ανάμνηση της δεύτερης περιόδου έπρεπε να παραμείνει ανάμνηση. Ως γνωστόν, η αποτελεσματικότερη μέθοδος προκειμένου να εξαφανίσεις μια πηγή δυσφορίας είναι το να την επαναφέρεις αντεστραμμένη. Έτσι, θεωρήσαμε εύστοχο το να γίνουν οι «έξυπνες συσκευές», όπως τα smart phones, όσο το δυνατόν πιο περίπλοκες, με άπειρα μενού και μικροεπιλογές, προσφέροντας απλόχερα στον χρήστη την άνεση να δυσκολεύεται ώστε να θεωρεί ότι ανέκτησε την εμπειρία της απολεσθείσας ψυχικής αντίστασης, αυτή τη φορά όμως χωρίς τη βασανιστική διαμεσολάβηση ενός ευαίσθητου ψυχισμού. Τα συστήματα GPS, ενώ σε έστελναν κατευθείαν στον προορισμό σου, άρχισαν να σε ρωτάνε μήπως θέλεις να κάνεις στάση για τσίχλες και αν όντως προτιμάς τον συντομότερο δρόμο· οι περιηγητές του ίντερνετ, εις ένδειξη σεβασμού απέναντι στην ελευθερία σου, σε υποχρεώνουν να δώσεις μια λύση σε διλήμματα που όχι μόνο δεν φανταζόσουν ότι θα χρειαστεί ποτέ να απαντήσεις αλλά και ούτε καν να θέσεις: «είστε σίγουροι ότι θέλετε να κλείσετε όλες τις ανοιχτές καρτέλες;» — κι αν όχι όλες, τότε ποιες; Με πρόσχημα την ανακούφιση απ’ το καθήκον της επαγρύπνησης για το όριο συντήρησης της συσκευής, πχ. αλλαγή της ηλεκτρικής αντίστασης, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα ατμού καταγράφουν ενδεικτικά τον αριθμό των εισπνοών, αποσπώντας έτσι μόνιμα την προσοχή του χρήστη, συνεπώς υπονομεύοντας τον ανέμελο χαρακτήρα της απόλαυσης του καπνίσματος. Τέλος, τα κινητά έγιναν ακόμη «εξυπνότερα» αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι κατά το τράβηγμα μιας φωτογραφίας αναγνωρίζουν τα πρόσωπα που πρόκειται να αποτυπωθούν και σου προτείνουν επιλογές άλλων καδραρισμάτων, άλλων γωνιών λήψης, άλλου φωτισμού, όπως επίσης ειδικό ρετουσάρισμα και σταθεροποιητές εικόνας, αποφάσεις που πρέπει να λάβεις καταλήγοντας να νοσταλγείς την εποχή που η χρήση των συσκευών, λιγότερο εξαρτημένη από το άγχος των αιωνίως προστιθέμενων βελτιωτικών και εξειδικευτικών εφαρμογών, δηλαδή απ’ τη δυσκολία να συμμετέχεις σε κάτι που προορίζεται να σε διευκολύνει, σου επέτρεπε μιαν απόλαυση περισσότερο απλή και αυθόρμητη, παρά την ένταση που χαρακτήριζε τη σχέση σου με την τεχνολογία.

Εν κατακλείδει, εκείνη η ένταση συνδεόταν με την ασφάλεια της αντίστασης που πρόβαλλε το νόημα σε κάθε απόπειρα παράκαμψής του, ενώ τώρα πρόκειται για ακόμη ένα feature που σου χαρίζει την σούπερ απόλαυση μιας πραγματικά εικονικής εμπειρίας. Το πρόβλημα που εμφιλοχωρούσε σε οτιδήποτε μας θύμιζε ότι είμαστε ζωντανοί, τακτοποιήθηκε με την αντικατάσταση της εξοβελισμένης πλέον συναισθηματικής διάστασης, από την εύχρηστη εργαλειακή διαθεσιμότητα ενός νεκρού, αποστασιοποιημένου, ασύρματου πνεύματος, που μπορεί να παίρνει, στα ρεπό του, αποφάσεις ποικίλης ύλης, κάθε άλλο παρά ανώδυνες. Το πόσο σημαντικές είναι αυτές οι αποφάσεις δεν απασχολεί κανένα, εφόσον κανείς δεν είναι πια σε θέση να αποφανθεί για τη σημασία οποιουδήποτε πράγματος, ειδικά όταν το ζήτημα υποτιμάται τόσο πειστικά από τους κατασκευαστές των δημοφιλέστερων android.

Η μηχανή γνωρίζει ότι είσαι άνθρωπος και επιχειρεί να σε προσηλυτίσει όταν εσύ, για κάποιον ανεξήγητο, μυστηριώδη λόγο, αποκλίνεις από το πεπρωμένο που σου επιφυλάσσει.

Νίκος Ντάλλας