Ανέκαθεν εκλαμβάναμε την ψυχική ιδιοπροσωπία σαν το αποτύπωμα που αφήνει ο χρόνος στην επιφάνεια των εσωτερικών μας αντικείμενων καθώς τα αγγίζει και τα περιεργάζεται. Παρ’ ολ’ αυτά, γνωρίζαμε ότι το ίχνος διέφερε κατ’ άτομο, δηλαδή ότι το υποκείμενο, ο υπεύθυνος για την εκτύλιξη οποιουδήποτε γεγονότος, ήταν πάντοτε το ανθρώπινο ον κι ότι θα έπρεπε να απορρίψουμε τη βολική ιδέα πως τα συμβάντα μπορούν να έχουν τη δική τους, ανεξάρτητη υπόσταση: αδύνατον να υπάρξουν δίχως πρωταγωνιστές ή, τουλάχιστον, τη απουσία παρατηρητών.
Έχοντας προ πολλού δεχτεί αυτή τη συνθήκη, καταλάβαμε ότι κάθε φορά που θα θέλαμε, συλλογικά, να παράγουμε μιαν αφήγηση η οποία θα συνόψιζε όλη την παρελθούσα δράση, θα ωθούμασταν στην κατασκευή ενός γεωμετρικού τόπου που θα συνέδεε τις απειράριθμες προβολές της μνήμης μας, τις αμέτρητες εκδοχές του τι συνέβη. Σχεδιάζοντας το πεδίο της Ιστορίας, η οποία εξυπηρετούσε τα παραπάνω ως αφαιρετικό αν και οργανικό υποσύνολο της τέταρτης διάστασης, λανσάραμε και τον όρο της γενιάς που χρησίμευσε για αιώνες σαν μονάδα επισήμανσης της κατά προσέγγιση θέσης μας στη διαδρομή του παρελθόντος.
Η γενιά ήταν μια μεταβλητή που απέδιδε σταθερές ιδιότητες σε όσους είχαν ζήσει στην εποχή τους, αποδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η εποχή τους υπήρξε όντως. Ήταν η βεβαίωση ότι κάποτε είχες αποκτήσει το προνόμιο να παρακολουθήσεις τη γέννηση, την εξέλιξη και την ωρίμανση ενός κόσμου ο οποίος, κατά την προώθησή του, άφησε τη θέση του σ’ έναν άλλο, εν μέρει όμοιο, εν μέρει διαφορετικό. Στην περίπτωση που ανήκες στην απερχόμενη γενιά, διέθετες αυτοδικαίως τα εχέγγυα ώστε να συναντήσεις την επόμενη ως ενεργός συμμετέχων, ως θεατής ή ως νεκρός.
Στο μεταξύ, κατά την επιτάχυνση του χρόνου του κοινωνικού σύμπαντος, ο μηχανισμός που ρύθμιζε την ομαλή εξέλιξη της παραπάνω διαδικασίας εκτροχιάστηκε εξ αιτίας των ολοένα εντονότερων κραδασμών, ακυρώνοντας την ικανότητα των ατόμων να διατηρούν οποιονδήποτε συλλογικό (αυτο)προσδιορισμό. Πριν προλάβει ο ένας κόσμος να θέσει τους όρους του, βρισκόμασταν ήδη σε έναν άλλο, ολότελα ξένο προς τον προηγούμενο. Πλήθος εν δυνάμει εποχών υλοποιούνταν και εξαφανίζονταν ακαριαία μπροστά στα μάτια μας, σαν τα σωματίδια της κβαντικής φυσικής. Ενόσω τα αισθητήριά μας συνέχιζαν να καταγράφουν τα γλωσσικά —και όχι μόνο— σημεία των πολυάριθμων ενδεχομένων που αναβάλλονταν κατά συρροή, η ψυχική μας δομή, ενσωματώνοντας τις τεθλασμένες διακλαδώσεις της πορείας που επέβαλλε το χρονικό όχημα, πορείας πλέον φρενήρους, και υποδεχόμενη αδιαλείπτως εμπειρίες ποικίλων προελεύσεων, άρχισε να παίρνει τη μορφή ενός παράξενου κράματος: η μεταμόρφωση των ενδότερων χαρακτηριστικών μας, η τροποποίηση της ανατομίας του Προσώπου, ήταν αναπόδραστη. Δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να αντιληφθούμε εγκαίρως αυτές τις αλλαγές, διότι δεν ήταν ορατές· αν γινόταν να τεκμηριωθεί οπτικά η καταστροφή της ταυτότητας, θα είχαμε αντικρίσει τη θέα εκατομμυρίων τεμαχισμένων και αυθαίρετα ανασυναρμολογημένων υπάρξεων, προϊόντων τερατογένεσης. Το αποτέλεσμα ήταν να τεθεί, ερήμην μας, για πρώτη φορά σε κυκλοφορία ένα καινούργιο μοντέλο υποκειμένου, προορισμένο να διαδοθεί, ανά τη διαδικτυωμένη υφήλιο, πιο γρήγορα και πιο μαζικά από μια επιδημία: ο ιζηματογενής άνθρωπος.
Τα ψυχικά ιζήματα συνιστούν πυκνές συγκεντρώσεις από θραύσματα αναμνήσεων, γνώσης και τυχαίων τμημάτων κοινωνικού κώδικα που πέφτουν σε αχρηστία πριν επιτραπεί να ενταχθούν σ’ ένα ευρύτερο συμβολικό σύστημα, καθώς οι περιβάλλουσες συνθήκες μεταπηδούν συνεχώς σε ένα νέο καθεστώς πραγματικότητας που επανατροποποιεί τους κανόνες του παιχνιδιού. Αναπόφευκτα, ως φορέας και εκπρόσωπος αυτής της τυχαίας προσπέλασης των πολυπληθών όψεων της δυνητικότητας, το υποκείμενο καταλήγει ανιστορικό, στοιχειωμένο από παραστάσεις χωρίς νόημα και καθηλωμένο σε αόριστες κατευθύνσεις οι οποίες, μολονότι μοιάζουν να υπόσχονται κάποιον προορισμό, ακυρώνονται ξαφνικά διαψεύδοντας τις όποιες προσδοκίες και ενθαρρύνοντας άλλες αντ’ αυτών, που με τη σειρά τους μένουν επίσης ανεκπλήρωτες. Καθώς η αιτιοκρατία εκπνέει, αρχίζουμε να βιώνουμε το παρόν σαν το δυσανάγνωστο, κρυπτογραφημένο μήνυμα που αναφέρεται στην πλασματική επικύρωση μιας χαοτικής αλήθειας. Με την επιτάχυνση και τον χρονικό κατακερματισμό να προστίθενται στην εξίσωση, οδηγηθήκαμε υποχρεωτικά στο άγχος που συνοδεύει την εμπειρία των οριακών φαινομένων, τουτέστιν φαινομένων που λειτουργούν ως μήτρες μεταβολών οι οποίες γονιμοποιούνται δίχως να καρποφορούν διότι η ραγδαία αλλαγή του κλίματος τις οδηγεί σε πρόωρο μαρασμό. Οι συγκεκριμένες μεταβολές, αν και διάχυτες στην ατμόσφαιρα ως τάσεις, αποδεικνύονται αμετάκλητα καταδικασμένες να παραμείνουν στα χαρτιά μιας αναβεβλημένης, παράλληλης μοίρας.
Η συνέπεια όλων αυτών θα ενθουσίαζε τους οπαδούς των θεωριών των σχετικών με τα Παράλληλα Σύμπαντα: αποδεικνύεται, επιτέλους, ότι οι πολλαπλές εκφάνσεις του κόσμου όχι μόνον υφίστανται, αλλά μπορούμε να φιλοξενηθούμε σε οιανδήποτε πλευρά, κατά βούληση, καθότι οι εκφάνσεις συνυπάρχουν στην ίδια περιοχή του χωροχρόνου, στο σύγχρονο πεδίο, και με τον χαρακτηρισμό σύγχρονος να απολαμβάνει πλέον και τις δύο σημασίες του. Όπως το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, το τηλέφωνο, ήλθαν και παρήλθαν παραμένοντας στη θέση τους, έτσι και οι περίοδοι που σηματοδοτήθηκαν απ’ αυτές τις εφευρέσεις, συνεχίζονται όλες μαζί ταυτόχρονα χωρίς να ωριμάζουν αλλά και δίχως να φθάνουν στη λήξη τους. Αυτό ισχύει επίσης για τις εκάστοτε διαφορετικές πορείες που χάραξε η ανθρωπότητα και που, ενώ φαινομενικά επρόκειτο για αλλαγές κατεύθυνσης της ίδιας αφήγησης, κατέληξαν να είναι η παροντική υπέρθεση όλων των Ιστοριών. Οι μισοτελειωμένες γιγάντιες ψυχογεωγραφικές κατασκευές, οι ημίκοσμοι, οι semi-eras, είναι εδώ και σε περιμένουν να τις δοκιμάσεις όποτε το θελήσεις. Ο χρόνος μηδενίζεται προστιθέμενος στον ωκεανό των στιγμιοτύπων της σύγχρονης (με την έννοια της ταυτόχρονης) πραγματικότητας, όπου παρόν και παρελθόν είναι ένα και το αυτό.
Έτσι, αχρηστεύτηκε και η φαντασίωση της γενιάς. Κανένα όφελος δεν διαφαινόταν στη μηχανική ομαδοποίηση εκείνων που απλώς έτυχε να δουν το φως της ημέρας περίπου την ίδια χρονιά. Η κατακερματισμένη πραγματικότητα παράγει θρυμματισμένους, ιζηματογενείς ανθρώπους, ανθρώπους που δεν μοιράζονται κανένα κοινό στοιχείο, πέραν εκείνου της ληξιαρχικής σύμπτωσης. Ακόμη κι αν μεταφέρουν την ηχώ των περασμένων γενεών, αυτή δεν αξιολογείται σαν φυσική κληρονομιά η οποία θα μπορούσε να αποτελεί παράγοντα για την ανάδυση μιας θεάρεστης σύνθεσης, αλλά παραμένει ανεκμετάλλευτη συμμετέχοντας διακοσμητικά στο μείγμα των ανομοιογενών συνιστωσών ενός παρακμάζοντος πολιτισμού. Ξυπνώντας σε μια διαρκώς διαφορετική εποχή, βασανιζόμαστε από διαλείψεις, καταλήγοντας φαντάσματα των εαυτών μας. Απατώμαστε νομίζοντας ότι κάποτε ήμασταν οι αυτόχθονες κάποιων κόσμων, εφόσον, στην ουσία, δεν τους γνωρίσαμε ποτέ αλλά μάθαμε να ζούμε σε τεχνητά κοινωνικά κυκλώματα που δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αν δεν αποτελούσαν αφαιρετικές μερικότητες ενός υπερσυνόλου ανθρωπολογικής πανσπερμίας που ανέχεται τα πάντα.
Φυσικά, στην παγκόσμια κοινότητα της Δύσης, ο αντικειμενικός χρόνος ή, αλλιώς, «χρόνος», μετράται ανεξαρτήτως της ταχύτητας της διαδοχής των καταστάσεων, παναπεί ότι, με όρους ημερολογίου, κάποιος που γεννήθηκε το ’90, θεωρείται πως ανήκει, συμβατικά, σε μια ορισμένη «γενιά». Πολλοί από εμάς νοσταλγούμε τις εποχές που προηγήθηκαν της δικής μας, γιατί ούτως ή άλλως δεν προλάβαμε να γίνουμε μάρτυρες καμιάς εποχής. Οι νέες «γενιές» συνετέθησαν ασυνεχώς από επιμέρους παρελθούσες και μέλλουσες γενιές, καθ’ ομοίωση της οπτικής σύνθεσης των pixels οπότε, αν πλησιάσουμε εξαιρετικά κοντά στην εικόνα της καθεμιάς κατά τη διερεύνηση των ετερόκλητων φαινομένων που τη σημάδεψαν, θα παρατηρήσουμε ότι είναι αδύνατον να εστιάσουμε κάπου — το τοπίο απλώς θολώνει. Στο συνειρμικό μοντάζ της σύγχρονης κινηματογραφικής περιπέτειας, η Ιστορία χάνει τα σκήπτρα της από την εγκαθίδρυση μιας παρανοϊκά γρήγορης, συγκοπτόμενης Πλοκής.
Οι Gestalt είχαν μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίον ο ανθρώπινος νους μπορεί να οργανώνει, κατά τη σύλληψη τους, τα μέρη ενός κόσμου ανοργάνωτου και ρευστού βάσει προτύπων, σα να λέμε μιας συμβολικής μορφής, μιας φόρμας. Το ζήτημα που αναδύεται στη σύγχρονη «εποχή» είναι εκείνο μιας αντίληψης που τείνει να γίνει αυτή καθαυτή ανοηματική, δηλαδή που καλείται, αναφερόμενη στον εαυτό της, να προστρέχει σε σχήματα που είχαν νόημα μόνον στο παρελθόν. Αυτά τα σχήματα καθίστανται ξένα για τις ισχύουσες, κυβευτικές μεθόδους σύλληψης της ιστορικής πραγματικότητας με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να εκλαμβάνεται η ρεαλιστική, η μυθικά δομημένη παρελθούσα Ιστορία ως εξωπραγματική.